σακχαρόζη

η, Ν
χημ. επιστημονική ονομασία τής ζάχαρης, τού πιο κοινού σακχάρου, που το μόριό του αποτελείται από ένα μόριο γλυκόζης και ένα μόριο φρουκτόζης ενωμένα με αναγωγικές ομάδες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. saccharose (< σάκχαρο + κατάλ. τής χημ. ορολογίας -όζη)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σάκχαρα ή υδατάνθρακες — Οργανικές ενώσεις, πολυυδροξυλιωμένα παράγωγα, τα οποία περιέχουν στο μόριό τους αλδεϋδικές ή κετονικές ομάδες, ή άλλες ουσίες πιο πολύπλοκες, από τις οποίες προκύπτουν οι ενώσεις αυτές μετά την υδρόλυση. Το όνομα σ. δόθηκε πριν ένα αιώνα σε… …   Dictionary of Greek

  • τεύτλα — Ποώδη φυτά της οικογένειας των χηνοποδιιδών (δικοτυλήδονα). Υπάρχουν 3 διαφορετικές ποικιλίες με διαφορετική χρησιμότητα η καθεμιά: ζαχαρότευτλα, κτηνοτροφικά τ. και τ. που χρησιμοποιούνται για διατροφή των ανθρώπων ή κηπευτικά τεύτλα (παντζάρια …   Dictionary of Greek

  • ζάχαρη — Κοινή ονομασία για τη σακχαρόζη, οργανική ένωση του τύπου C12Η22Ο12 που υπάρχει άφθονη στο ζαχαροκάλαμο και στα τεύτλα, από τα οποία γίνεται η βιομηχανική παρασκευή της. Είναι ένας δισακχαρίτης ο οποίος σχηματίζεται από ένα μόριο γλυκόζης και ένα …   Dictionary of Greek

  • λακτόζη — Ενυδατωμένη μορφή του δισακχαρίτη σακχαρόζη που βρίσκεται στο γάλα των θηλαστικών. Η λ. λέγεται συνήθως γαλακτοσάκχαρο (βλ. λ.). * * * η (βιοχ.) αναγωγικός διολοζίτης που αποτελεί το κύριο γλυκίδιο τού γάλακτος τών θηλαστικών, αλλ. γαλακτοσάκχαρο …   Dictionary of Greek

  • πλάτανος — Γένος φυτών της οικογένειας των Πλατανιδών, της τάξης των ροδωδών (δικοτυλήδονα). Τα πιο αξιόλογα καλλιεργούμενα είδη είναι ηπ. η ανατολική καιπ. η δυτική. Το πρώτο είναι το γνωστό πλατάνι, που φύεται σε όλη την Ελλάδα, στις όχθες των ποταμών,… …   Dictionary of Greek

  • σουκραλφάτη — η, Ν (φαρμ.) σύμπλοκη ένωση υδροξειδίου τού αργιλίου με θειωμένη σακχαρόζη, που χρησιμοποιείται στη θεραπεία τού γαστροδωδεκαδακτυλικού έλκους …   Dictionary of Greek

  • ώσμωση — Φαινόμενο που εκδηλώνεται όταν, με τη βοήθεια μιας ειδικής μεμβράνης, είναι δυνατόν να διαχωριστεί ένα διάλυμα από τον διαλύτη του ή ένα αραιωμένο διάλυμα από ένα πυκνότερο. Το φαινόμενο συνίσταται στη διέλευση του διαλύτη από τη μεμβράνη κατά… …   Dictionary of Greek

  • ιμβερτοσάκχαρο — Ονομασία του μείγματος γλυκόζης και φρουκτόζης που προέρχεται από την υδρόλυση της σακχαρόζης. H σακχαρόζη στρέφει το επίπεδο του πολωμένου φωτός προς τα δεξιά, ενώ το ι. στρέφει το επίπεδο προς τα αριστερά, επειδή η φρουκτόζη έχει μεγαλύτερη… …   Dictionary of Greek

  • κετόζες — Γενική ονομασία των μονοσακχαριτών που περιέχουν μια κετονομάδα. Έχουν ανάλογες φυσικοχημικές ιδιότητες με τις αλδόζες. Στη φύση είναι λιγότερο διαδομένες από τις αλδόζες και ανάμεσα σε αυτές η πιο γνωστή είναι η φρουκτόζη ή λαιβουλόζη η οποία,… …   Dictionary of Greek

  • πεπτικό σύστημα — Το πεπτικό σύστημα αποτελείται από πολυάριθμα όργανα που, ενωμένα κατά σειρά, σχηματίζουν ένα μακρό σωλήνα, που στον ενήλικο μπορεί να φτάσει σε μήκος τα 12 13 μ. (πεπτικός σωλήνας), και από προσαρτημένους αδένες, όπως οι σιελογόνοι, το συκώτι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.